Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου, 2022 | Επικοινωνία
trans gif

Το σκεπτικό της απόφασης για Νεοκλέους-Η ηχογράφηση και η αυτοενοχοποίηση

  30/06/2022 15:14
Το σκεπτικό της απόφασης για Νεοκλέους-Η ηχογράφηση και η αυτοενοχοποίηση

Το σκεπτικό της απόφασης για Νεοκλέους-Η ηχογράφηση και η αυτοενοχοποίηση

  30/06/2022 15:14

Ένοχο και στις τρεις κατηγορίες που αντιμετώπιζε, έκρινε τον διαιτητή Νικόλα Νεοκλέους, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας καταδικάζοντάς τον σε ποινή φυλάκισης με αναστολή, για παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής του παρατηρητή Μιχάλη Σπύρου.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: Ποινή φυλάκισης στον διαιτητή Νεοκλέους που ηχογραφούσε παράνομο παρατηρητή

Τα αδικήματα, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου διαπράχθηκαν μεταξύ 2010 με 2011 και αφορούσαν εσκεμμένη υποκλοπή και/ή παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας κατά παράβαση άρθρων του νόμου, του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, εσκεμμένη αποκάλυψη σε άλλο πρόσωπο του περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας, γνωρίζοντας ότι η πληροφορία λήφθηκε από υποκλοπή ή παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας κατά παράβαση των ίδιων νόμων, αλλά και εσκεμμένη χρησιμοποίηση του περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας ή έχοντας λόγο να γνωρίζει ότι η πληροφορία λήφθηκε από υποκλοπή ή παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας.

Αφού η υπόθεση καταχωρήθηκε για εκδίκαση το 2018, ο Νικόλας Νεοκλέους αρνήθηκε τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε και άρχισε η δικαστική διαδικασία, κατά την οποία κατέθεσε ο παραπονούμενος, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι στις 24 Δεκεμβρίου 2014, ο κατηγορούμενος έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία, όπου ανέφερε ότι ηχογράφησε τηλεφωνική επικοινωνία με τον ίδιο.

Μετά την κατάθεση Νεοκλέους, εναντίον του παραπονούμενου καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση ενώπιον Δικαστηρίου, στα πλαίσια της οποίας ο δικηγόρος του έλαβε το μαρτυρικό υλικό, στο οποίο περιλαμβανόταν και η κατάθεση του Νεοκλέους στην Αστυνομία.

Ο Σπύρου, ανέφερε ενώπιον Δικαστηρίου ότι είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης με αναστολή για τη συγκεκριμένη υπόθεση, ενώ ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε για το περιεχόμενο της επικοινωνίας του με τον κατηγορούμενο και ότι αυτή ηχογραφήθηκε, αφού ουδέποτε συγκατατέθηκε για κάτι τέτοιο.

Όπως αναφέρει η απόφαση, «ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι πληροφορήθηκε για τις παράνομες ηχογραφήσεις μετά που του κοινοποιήθηκε στον τότε δικηγόρο του το μαρτυρικό υλικό της ποινικής υπόθεσης που καταχωρήθηκε εναντίον του. Το 2018 ζήτησε από τον τότε δικηγόρο του να καταγγείλουν το συμβάν κι αυτός του είπε πως είναι εις γνώση της Αστυνομίας, αλλά όταν διαπίστωσε ότι η Αστυνομία αδρανούσε, αποφάσισε να προχωρήσει με την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης».

Ακολούθως, ο παραπονούμενος αντεξετάστηκε και ισχυρίστηκε ότι γνώριζε τον κατηγορούμενο ο οποίος ήταν διαιτητής, επειδή ο ίδιος ήταν μέλος της Επιτροπής Διαιτησίας της ΚΟΠ. Κατά την ίδια διαδικασία, είπε ότι κατόπιν συμβουλής του τότε δικηγόρου του, παραδέχθηκε κάποιες από τις κατηγορίες που περιλαμβάνονταν στο κατηγορητήριο της υπόθεσης, η οποία καταχωρήθηκε εναντίον του.

«Ισχυρίστηκε επίσης ότι περί τα μέσα του 2015 άκουσε κάποιες από τις ηχογραφήσεις σε τηλεοπτικό κανάλι. Ισχυρίστηκε ότι παραιτήθηκε από την Επιτροπή Διαιτησίας στις 10 Νοεμβρίου 2011, για να διεκδικήσει θέση Δημοτικού Συμβούλου στις εκλογές και πως η παραίτησή του δεν είχε καμιά σχέση με τις κατηγορίες που εκκρεμούσαν εναντίον του», καταγράφει η απόφαση.

Ισχυρίστηκε ακόμα ότι από την κατάθεση του κατηγορούμενου, προέκυψε πως ο ίδιος αποκάλυψε στην Αστυνομία το περιεχόμενο της επικοινωνίας τους, που είχε υποκλέψει, καθώς επίσης ότι το χρησιμοποίησε, όπως υποδεικνύει το Δικαστήριο.

Εκ πρώτης υπόθεση και σιγή από Νεοκλέους

Αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι προκύπτει υπόθεση εκ πρώτης όψεως εναντίον του κατηγορούμενου, ο κατηγορούμενος δεν κατέθεσε, επιλέγοντας την τήρηση του δικαιώματος της σιωπής.

Κάλεσε ως μάρτυρα υπεράσπισής του, τον δικηγόρο Θωμά Παλάοντα, ο οποίος υποστήριξε ότι χειρίστηκε την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, στην αγωγή που ο παραπονούμενος κατέθεσε εναντίον του.

Σύμφωνα πάντα με το Δικαστήριο, «κατά τη σύντομη αντεξέταση του, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι ετοίμασε την υπεράσπιση του κατηγορουμένους ως άνω αγωγή βασιζόμενος, σε όσα του ανέφερε ο κατηγορούμενους, χωρίς όμως να μπορεί να θυμηθεί περισσότερες λεπτομέρειες».

Ακολούθως, αγόρευσαν οι δικηγόροι των δύο πλευρών, με τον συνήγορο του παραπονούμενου να εισηγείται ότι αποδείχθηκαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα αδικήματα και κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο.

Από την πλευρά του, ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου, εισηγήθηκε ότι ο παραπονούμενος δεν είναι αξιόπιστος μάρτυρας, αλλά και ότι η κατάθεσή του κατηγορούμενου δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία, αφού αποτελεί παραβίαση του δικαιώματος της μη αυτοενοχοποίησης του κατηγορουμένου.

«Εισηγήθηκε επίσης ότι υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης, η οποία παραβίασε το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα του κατηγορουμένου να διαγνωστεί η ποινική του ευθύνη εντός του εύλογου χρόνου. Εισηγήθηκε επίσης ότι στην παρούσα υπόθεση η οποία εκκρεμεί μεταξύ των ιδιωτών δεν μπορεί να εφαρμοστεί ο επίδικος νόμος τον οποίο επικαλείται ο παραπονούμενος, επειδή αυτός θεσπίστηκε για την προστασία του πολίτη από καταχρηστικές ενέργειες των αρχών του κράτους και πιο συγκεκριμένα της Αστυνομίας ή των Μυστικών Υπηρεσιών», καταγράφει η απόφαση.

Η αξιολόγηση των μαρτυριών

Το Δικαστήριο στη συνέχεια αξιολόγησε τις μαρτυρίες που τέθηκαν ενώπιόν του, χαρακτηρίζοντας αυτή του παραπονούμενου ότι είχε συνοχή, λογική και δεν περιείχε αντιφάσεις. Ως εκ τούτου την έκρινε αποδεκτή.

Όπως καταγράφει η απόφαση του Δικαστηρίου, «ο ισχυρισμός του πως ο κατηγορούμενος έδωσε στην Αστυνομία τη γραπτή κατάθεση πρέπει να γίνει αποδεκτός, αφού αυτό το γεγονός δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο. Ομοίως δεν αμφισβητήθηκε και επίσης γίνεται αποδεκτός και ο άλλος ισχυρισμός του, ότι μετά την κατάθεση που έδωσε ο κατηγορούμενος στην Αστυνομία, καταχωρήθηκε εναντίον του ιδίου ποινική υπόθεση, στην οποία παραδέχθηκε και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης με αναστολή. Περαιτέρω αποδέχομαι ως λογικό και ειλικρινή τον ισχυρισμό του ότι πληροφορήθηκε για την ύπαρξη της κατάθεσής του κατηγορουμένου προς την Αστυνομία, μετά την καταχώρηση της εναντίον του ποινικής υπόθεσης, στο μαρτυρικό υλικό της οποίας περιλαμβάνεται και η κατάθεση του, αφού με δεδομένο ότι η εν λόγω κατάθεση δόθηκε στις 24.12.2014, ήταν αντικειμενικά αδύνατο αυτή να είχε περιέλθει σε γνώση του παραπονούμενου πριν την εν λόγω ημερομηνία».

Αποδέχθηκε επίσης τον ισχυρισμό ότι η παραίτησή του από την Επιτροπή Διαιτησίας, έγινε για να κατέλθει υποψήφιος στις Δημοτικές Εκλογές, ως επίσης και ότι το 2015 άκουσε σε τηλεοπτικό σταθμό μέρος της επίδικης ηχογράφησης.

Σε ότι αφορά στον μάρτυρα υπεράσπισης, το Δικαστήριο έκρινε ότι η μαρτυρία του ήταν τυπική και δεν ήταν υποβοηθητική για επίλυση των επίδικων θεμάτων της υπόθεσης.

Το Δικαστήριο αξιολόγησε την εισήγηση του δικηγόρου του Νεοκλέους ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η κατάθεση του πελάτη του, αφού αποτελεί παραβίαση του δικαιώματος της μη αυτοενοχοποίησης.

Για να τεκμηριώσει την απόφασή του, το Δικαστήριο, παρέθεσε αυτούσιο μέρος της κατάθεσης του Νεοκλέους, στην οποία ο διαιτητής ανέφερε «για τούτα όλα που συμβαίνανε μίλησα με τον συνάδελφό του τον χχχ… τον οποίο γνώρισα κατά εκείνη την περίοδο, δηλαδή το 2010, στη Λευκωσία στις προπονήσεις που έκαναν στο ΓΣΠ και Μακάρειο και του είπα ότι έχω ηχογραφήσει τον Μιχάλη Σπύρου που μου έλεγε τις οδηγίες και με συμβούλευσε και ο χχχχ ότι καλά κάμνω και να τα φυλάξω. Τις ηχογραφήσεις τις έκανα με μαγνητοφωνάκι που είχα για σκοπούς του Πανεπιστημίου και το οποίο το έβαλα δίπλα από το τηλέφωνο μου, το οποίο είχα σε ανοιχτή ακρόαση, την ώρα που μιλούσα με τον Μιχάλη τον Σπύρου. Μετά τις ηχογραφήσεις μέσω καλωδίου που είχε το μαγνητοφωνάκι, το έβαλα στον ηλεκτρονικό μου υπολογιστή και μετά σε usb. Επίσης τα είχα μέχρι και σήμερα στον υπολογιστή μου και πριν τα έρθω τα έγραψα ξανά σε usb και τα διέγραψα από τον υπολογιστή. Αν θέλετε ελάτε να ελέγξετε τον υπολογιστή μου που βρίσκεται σπίτι μου. Το usb που σου είπα ότι τα έγραψα πάνω το έχω μαζί μου, θα σου το παραδώσω και είναι μάρκας…

Αστυνομικός: «Δεν είχε υπόχρεος να πεις οτιδήποτε εκτός αν θέλεις να πεις, αλλά οτιδήποτε πεις, δυνατό να γράφει και να δοθεί ως μαρτυρία εναντίον σου στο Δικαστήριο, δηλαδή καταλαβαίνεις ότι οι ηχογραφημένες συνομιλίες, μεταξύ προσώπων χωρίς τη συγκατάθεσή τους, έστω κι αν ένα απ’ αυτά είσαι εσύ, είναι παράνομη και αντισυνταγματική και συνιστά ποινικό αδίκημα».

Ν. Νεοκλέους: Καταλαβαίνω τι μου λες, αλλά κατάλαβε κι εσύ τη θέση μου. Δεν είχα τρόπο να προστατευτώ και ήταν ή να κάνω αυτό και να καταφέρω να τον διώξουν ή να υποκύψω σε ότι μου έλεγε ο Μιχάλης ο Σπύρου να κάνω. Έλα στη θέση μου να είσαι 21 χρονών χωρίς δουλειά με μόνο εισόδημα την διαιτησία και να μην έχεις άλλες επιλογές. Αν γι’ αυτό θα με πάρετε Δικαστήριο, τότε καταλάβετε ότι θα υποκύπτουν όλοι οι διαιτητές, αλλά και σε άλλες δουλειές άλλοι σε ότι τους πουν εκείνοι που έχουν την εξουσία για να τους προάγουν ή να τους δίνουν δουλειά. Εμένα η συνείδησή μου είναι καθαρή κι ελπίζω ο Γενικός Εισαγγελέας θα το θέμα μου ανθρώπινα.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο αστυνομικός διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος διαπράττει ποινικό αδίκημα και του το επισήμανε, ενώ από την πλευρά του ο Νεοκλέους αποποιήθηκε το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο αποδέχθηκε την μαρτυρία του κατηγορούμενου.

Σημειώνει μάλιστα ότι «έχοντας υπόψιν ότι ο κατηγορούμενος εσκεμμένα χρησιμοποίησε συσκευή, ήτοι μαγνητόφωνο για να μαγνητοφωνήσει την ιδιωτική επικοινωνία που είχε με τον παραπονούμενο κρίνω ότι ο παραπονούμενος έχει αποσείσει το αποδεικτικό βάρος το οποίο έφερε στους ώμους του και συνεπώς ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην πρώτη κατηγορία. Ομοίως κρίνω ότι αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία και των κατηγοριών 2 και 3, αφού ο κατηγορούμενος στις 24.12.2014 με την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, εσκεμμένα αποκάλυψε στην Αστυνομία και χρησιμοποίησε την επικοινωνία του παραπονούμενου με τον ίδιο, την οποία ο ίδιος ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι είχε υποκλέψει από τον παραπονούμενο, παραδίδοντας σε αυτή το usb στο οποίο είχε μεταφέρει την εν λόγω επικοινωνία».

Το Δικαστήριο έκρινε επίσης σε ότι αφορά στην εισήγηση του συνηγόρου του Νεοκλέους ότι υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης ότι δεν υπήρξε αδικαιολόγητη αδράνεια, παραθέτοντας μια σειρά από αποφάσεις.

Τελικώς, το Δικαστήριο έκρινε ένοχο τον Νεοκλέους σε όλες τις κατηγορίες, επιβάλλοντάς του ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών με αναστολή.

Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πίσω στην αρχή της σελίδας