Τον Μάιο του 2003 γράφτηκε ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια στην ιστορία του αργεντίνικου ποδοσφαίρου. Κάτι ανάλογο θα μπορούσε να ειπωθεί και για τον Σεπτέμβριο του 2023 στην Ισπανία, αν και μόνο ο χρόνος θα επιβεβαιώσει το πραγματικό του αποτύπωμα. Είκοσι χρόνια χωρίζουν τις δύο διαδικασίες που οδήγησαν τον Λιονέλ Μέσι να φορέσει τη φανέλα της Αργεντινής και τον Λαμίν Γιαμάλ εκείνη της Ισπανίας. Η επίσημη εκδοχή υποστηρίζει ότι κανείς από τους δύο δεν αμφιταλαντεύτηκε ποτέ: ο Μέσι ήθελε να εκπροσωπήσει την «Αλμπισελέστε», ο Γιαμάλ τη «Ρόχα». Ωστόσο, και στις δύο περιπτώσεις η επιλογή τους τέθηκε υπό αμφισβήτηση.
Το 2000 η οικογένεια Μέσι βρέθηκε μπροστά σε μια διπλή προοπτική. Από τη μία, ο νεαρός Λιονέλ, ένα παιδί με πρόβλημα ανάπτυξης, θα εντασσόταν στην Μπαρτσελόνα, η οποία ανέλαβε και το κόστος της ορμονικής θεραπείας του. Από την άλλη, ολόκληρη η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Καταλονία αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον. Δεν άργησε να εξελιχθεί σε ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα της Μασία, γεγονός που τράβηξε και το ενδιαφέρον της ισπανικής ομοσπονδίας.
Η Φατίμα Νασραουί ήταν 40 ετών όταν εγκατέλειψε την Ταγγέρη, το 1990. Με πλοίο πέρασε στην Ισπανία, συνέχισε με λεωφορείο μέχρι την περιοχή του Μαρεσμέ, κοντά στη Βαρκελώνη, όπου βρήκε εργασία και σταδιακά κατάφερε να φέρει κοντά της ολόκληρη την οικογένειά της. Ένας από τους πέντε γιους της, ο Μουνίρ, έφτασε στην Καταλονία σε ηλικία εννέα ετών. Το 2007, από τη σχέση του με τη Σέιλα Εμπάνα, γεννήθηκε ο Λαμίν Γιαμάλ. Δεκαέξι χρόνια αργότερα, όπως είχε συμβεί δύο δεκαετίες νωρίτερα με τον Μέσι, το Μαρόκο συνειδητοποίησε ότι ο γιος ενός συμπατριώτη του αποτελούσε το μεγαλύτερο ταλέντο των ακαδημιών της Μπαρτσελόνα.
Η υπόθεση του Μέσι αποδείχθηκε πιο περίπλοκη από εκείνη του Γιαμάλ. Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, υπήρξαν δύο κοινά στοιχεία: ένας άνθρωπος αποφασισμένος να μην αφήσει να χαθεί ένα μοναδικό ταλέντο και ένας ποδοσφαιριστής πεπεισμένος ότι έπρεπε να εκπροσωπήσει τη χώρα όπου γεννήθηκε και με την οποία ένιωθε ότι ανήκει.
Το πρώτο καθοριστικό βήμα έγινε τον Μάιο του 2003, στο ξενοδοχείο «Sofía» της Βαρκελώνης. Εκεί ο εκπρόσωπος του Μέσι, Οράσιο Γκατζιόλι, παρέδωσε στον Κλαούντιο Βίβας, συνεργάτη του Μαρσέλο Μπιέλσα στην εθνική Αργεντινής, μια κασέτα VHS με στιγμιότυπα του νεαρού άσου της Μπαρτσελόνα. Ο Βίβας εντυπωσιάστηκε και έσπευσε να τη δείξει στον Μπιέλσα. Ο ομοσπονδιακός τεχνικός παρακολούθησε για λίγα δευτερόλεπτα το βίντεο πριν διακόψει την προβολή. «Βάλ' το σε κανονική ταχύτητα, Κλαούντιο!», φώναξε, θεωρώντας ότι οι εικόνες έτρεχαν με επιτάχυνση. Η απάντηση του συνεργάτη του ήταν αποστομωτική: «Είναι ήδη σε κανονική ταχύτητα».
Επιστρέφοντας στην Αργεντινή, ο Βίβας έδειξε το βίντεο και στον Ούγκο Τοκάλι, τότε προπονητή της Κ17. Δεν κατάφερε να τον πείσει αμέσως. Η δεύτερη ένδειξη ήρθε λίγους μήνες αργότερα, τον Αύγουστο του 2003, μετά τον αποκλεισμό της Αργεντινής από την Ισπανία στο Παγκόσμιο Κύπελλο U17 της Φινλανδίας. Κατά τη διάρκεια του δείπνου, ο μάγειρας της ισπανικής αποστολής πλησίασε τον Τοκάλι και του είπε: «Αν είχες φέρει εκείνο το παιδί της Μπαρτσελόνα, θα ήσασταν παγκόσμιοι πρωταθλητές».
Ο Τοκάλι έμεινε άφωνος. «Ποιον; Τον Μέσι;», θυμόταν αργότερα ότι τον ρώτησε. Η απάντηση δεν άφηνε περιθώρια αμφιβολίας. «Ναι, τον Μέσι. Πώς γίνεται να τον ξέρεις και να μην τον έχεις καλέσει;». Τότε παρενέβη ο προπονητής της Ισπανίας, Χουάν Σαντιστεμπάν, ο οποίος αποκάλυψε: «Προσπαθήσαμε να τον πείσουμε να αγωνιστεί με την Ισπανία, αλλά αρνήθηκε. Θέλει να παίξει για την Αργεντινή».
Η αποκάλυψη άλλαξε τα πάντα. Ο Τοκάλι αντιλήφθηκε αμέσως τι διακυβευόταν. «Με κυρίευσε πανικός. Αν τον χάναμε, θα ήταν δική μου ευθύνη», παραδέχθηκε αργότερα. Επικοινώνησε αμέσως με τον πρόεδρο της ομοσπονδίας, Χούλιο Γκροντόνα. «Ας οργανώσουμε έναν αγώνα και ας τον φέρουμε». Στις 29 Ιουνίου 2004, η Αργεντινή αντιμετώπισε την Παραγουάη στο γήπεδο της Αρχεντίνος Τζούνιορς. Ο Μέσι πέρασε ως αλλαγή στο δεύτερο ημίχρονο και σκόραρε.
Ο Γιαμάλ ακολούθησε αντίστοιχη διαδρομή, αγωνιζόμενος στις μικρές εθνικές ομάδες της Ισπανίας. Ωστόσο, μετά την αλλαγή των κανονισμών της FIFA το 2021, η συμμετοχή στις αναπτυξιακές ομάδες δεν αρκούσε πλέον για να δεσμεύσει έναν ποδοσφαιριστή. Έτσι, άλλες ομοσπονδίες αναζήτησαν ταλέντα που είχαν αναδειχθεί στην Ισπανία. «Δεν ήταν εύκολη υπόθεση», θυμάται ο πρώην αθλητικός διευθυντής της ισπανικής ομοσπονδίας, Άλμπερτ Λούκε. «Ο προπονητής του Μαρόκου ήρθε προσωπικά, ενώ ακόμη και η κυβέρνηση του Μαρόκου επιχείρησε να τον πείσει».
Μέσα σε δύο δεκαετίες, από το 1990 έως το 2010, η Ισπανία μεταμορφώθηκε δημογραφικά: ο αριθμός των μεταναστών που ζούσαν στη χώρα αυξήθηκε από περίπου ένα εκατομμύριο σε περισσότερα από 6,2 εκατομμύρια. Η ισπανική ομοσπονδία παρακολουθούσε στενά αυτή την εξέλιξη, καθώς άλλαζε και τον χάρτη του αναπτυξιακού ποδοσφαίρου. «Αξιολογούσαμε περίπου 200 ποδοσφαιριστές ανά ηλικιακή γενιά», εξηγεί ο πρώην υπεύθυνος των μικρών εθνικών ομάδων, Φρανσίς Ερνάντεθ. Εκείνος ήταν ο δεύτερος άνθρωπος που επέμεινε μέχρι τέλους.
«Κάναμε εξαντλητική δουλειά για να εντοπίσουμε όλους όσοι μπορούσαν να εκπροσωπήσουν περισσότερες από μία εθνικές ομάδες», αναφέρει. Το αποτέλεσμα ήταν αποκαλυπτικό: στις γενιές από το 1996 έως το 2010 εντόπισαν 125 ποδοσφαιριστές που είχαν δικαίωμα επιλογής ανάμεσα σε δύο ή περισσότερες χώρες. Ένας από αυτούς ήταν ο Λαμίν Γιαμάλ.
«Ο πατέρας του ήταν πιο δύσκολη περίπτωση», θυμάται ο Λούκε. «Η μητέρα του μας ρωτούσε αν πραγματικά πιστεύαμε ότι ήταν έτοιμος για την εθνική ανδρών ή αν απλώς θέλαμε να αποτρέψουμε την επιλογή του Μαρόκου. Εμείς ήμασταν βέβαιοι ότι ήταν έτοιμος. Τελικά, όλες οι αμφιβολίες λύθηκαν από τον ίδιο. Μας είπε: "Θέλω να γίνω πρωταθλητής Ευρώπης. Δέχομαι πιέσεις από παντού, αλλά θέλω να παίξω για την Ισπανία"». Ο Γιαμάλ πραγματοποίησε το ντεμπούτο του με την εθνική ανδρών στις 9 Σεπτεμβρίου 2023.
Η Ισπανία έχασε τον Μέσι, αλλά κράτησε τον Γιαμάλ. Δύο ποδοσφαιριστές που ανατράφηκαν ποδοσφαιρικά στη Μασία, δύο διαφορετικές ιστορίες που απέχουν 20 χρόνια και ενώνονται από την επιμονή δύο ανθρώπων –του Οράσιο Γκατζιόλι και του Φρανσίς Ερνάντεθ– να εξασφαλίσουν ότι θα αγωνιστούν με τις εθνικές ομάδες που οι ίδιοι είχαν επιλέξει. Στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου, οι δύο αυτές διαδρομές συναντιούνται ξανά, αυτή τη φορά ως αντίπαλες.
Πηγή: gazzetta.gr


