Αναθεωρημένη πρόταση, που θα λαμβάνει υπόψη τις αποφάσεις της Παγκύπριας Συνδιάσκεψης των Γενικών Αντιπροσώπων, ζητά από το Υπουργείο Παιδείας η ΟΕΛΜΕΚ, όσον αφορά στο σύστημα διορισμού, η οποία σημείωσε πως «θα συμμετάσχει δημιουργικά και υπεύθυνα στον διάλογο, καταθέτοντας συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες εισηγήσεις για το Σύστημα Διορισμού».
Σε ανακοίνωσή της, η ΟΕΛΜΕΚ σημείωσε πως αξιολόγησε το κείμενο εργασίας που κατέθεσε το Υπουργείο Παιδείας για τον εκσυγχρονισμό του Συστήματος Διορισμού Εκπαιδευτικών, μετά και τη συνάντηση που είχαν με την υπουργό Παιδείας, Αθηνά Μιχαηλίδου, την περασμένη Πέμπτη και αυτό που αναφέρεται από πλευράς της οργάνωσης είναι πως «η ΟΕΛΜΕΚ θεωρεί θετικό ότι το Υπουργείο αναγνωρίζει, έστω και καθυστερημένα, την ανάγκη αναθεώρησης της νομοθεσίας του 2015 και τις στρεβλώσεις που έχουν προκύψει από την εφαρμογή της. Η συγκεκριμένη πρόταση, ωστόσο, δεν ανταποκρίνεται στις αποφάσεις της ΠΣΓΑ ως προς τη διασφάλιση των επηρεαζόμενων εκπαιδευτικών και, παράλληλα, εισάγει νέες ρυθμίσεις που επιτείνουν την αβεβαιότητα και να δημιουργήσουν νέες στρεβλώσεις και αδικίες».
Όπως αναφέρει η ΟΕΛΜΕΚ «ειδικότερα:
• δεν διασφαλίζει το δικαίωμα μονιμοποίησης των συναδέλφων του Καταλόγου Διοριστέων,
• δεν παρέχει τις αναγκαίες εγγυήσεις στους εκπαιδευτικούς Αορίστου Χρόνου, στους Συμβασιούχους και στους Αντικαταστάτες,
• δεν διασφαλίζει με σαφή και επαρκή τρόπο τους ήδη επιτυχόντες στους Πίνακες Διορισίμων,
• και εισάγει ένα σύστημα συχνής επανεξέτασης που εντείνει την εργασιακή βεβαιότητα και δημιουργεί νέες στρεβλώσεις»
Στην ανακοίνωση προστίθεται πως «η καταληκτική θέση της ΟΕΛΜΕΚ είναι σαφής:
Όσο δεν διασφαλίζονται οι αποφάσεις της ΠΣΓΑ και τα δικαιώματα όλων των επηρεαζόμενων εκπαιδευτικών, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η κατάργηση των Καταλόγων Διοριστέων το 2027. Η ΟΕΛΜΕΚ καλεί το Υπουργείο Παιδείας να λάβει σοβαρά υπόψη τις αποφάσεις της ΠΣΓΑ και να επανέλθει με αναθεωρημένη πρόταση, η οποία να αντιμετωπίζει ουσιαστικά τις στρεβλώσεις του ισχύοντος συστήματος, χωρίς να δημιουργεί νέες αδικίες ή να θυματοποιεί οποιαδήποτε κατηγορία εκπαιδευτικών. Η ΟΕΛΜΕΚ δεν αρνείται την ανάγκη αλλαγής του Συστήματος Διορισμού. Αντίθετα, θεωρεί ότι η μεταρρύθμισή του είναι πλέον αναγκαία. Η μεταρρύθμιση, όμως, δεν μπορεί να σχεδιάζεται αποκλειστικά με όρους άμεσης κάλυψης των αναγκών στελέχωσης».
Στην ανακοίνωση προστίθεται πως «απαιτείται ένα μόνιμο, βιώσιμο, αξιοκρατικό και προβλέψιμο πλαίσιο, το οποίο αφενός θα δίνει πραγματική προοπτική στους νέους εκπαιδευτικούς σε ένα ασφαλές εργασιακό περιβάλλον και αφετέρου θα αναγνωρίζει ουσιαστικά την εκπαιδευτική εμπειρία των Συμβασιούχων, των Αντικαταστατών και των εκπαιδευτικών Αορίστου Χρόνου, παρέχοντάς τους ασφαλή εργασιακή προοπτική και δυνατότητα μονιμοποίησης. Την ίδια στιγμή, η Πολιτεία οφείλει άμεσα να προχωρήσει στην έγκριση επιπρόσθετων μόνιμων θέσεων στην Εκπαίδευση, ώστε να μειωθεί η εργασιακή ανασφάλεια που βιώνουν εκατοντάδες εκπαιδευτικοί, οι οποίοι υπηρετούν για χρόνια στο δημόσιο σχολείο. Υπενθυμίζουμε τη δέσμευση του ίδιου του ΥΠΑΝ ήταν η σταδιακή μείωση του ποσοστού των συμβασιούχων εκπαιδευτικών, ώστε αυτό να περιοριστεί στο 7%».
Η ΟΕΛΜΕΚ αναφέρει, δε, ότι «οι εκπαιδευτικοί πρέπει να αντιμετωπίζονται ως επαγγελματίες με δικαιώματα, εμπειρία και εργασιακή προοπτική και όχι απλώς ως διαθέσιμο ανθρώπινο δυναμικό για την κάλυψη των εκάστοτε αναγκών στελέχωσης. Παράλληλα, ένας τόσο ριζικός ανασχεδιασμός του Συστήματος Διορισμού, στο "παρά πέντε" της ολοκλήρωσης της μεταβατικής περιόδου, δεν μπορεί να επιχειρείται υπό συνθήκες τεχνητής χρονικής πίεσης. Το Υπουργείο φέρει την κύρια θεσμική ευθύνη για το γεγονός ότι η συζήτηση αυτή διεξάγεται μόλις έναν χρόνο πριν από την ολοκλήρωση της μεταβατικής περιόδου, παρά τις προειδοποιήσεις και τα προβλήματα που είχαν καταγραφεί τα προηγούμενα χρόνια. Η κρισιμότητα της παρούσας συγκυρίας απαιτεί ουσιαστικό και ειλικρινή διάλογο, χωρίς δογματισμούς και προειλημμένες θέσεις, με ευελιξία και διάθεση προσαρμογής στα πραγματικά δεδομένα και στις ανάγκες του δημόσιου σχολείου».
Η οργάνωση των καθηγητών σημείωσε ότι «με βάση αυτές τις αρχές, η ΟΕΛΜΕΚ θα συμμετάσχει δημιουργικά και υπεύθυνα στον διάλογο, καταθέτοντας συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες εισηγήσεις για ένα Σύστημα Διορισμού που θα συνδυάζει την αξιοκρατία, τη διαφάνεια και τη διατήρηση υψηλού επιπέδου επιλογής των εκπαιδευτικών με την ουσιαστική προστασία όσων ήδη υπηρετούν και την αποτελεσματική στελέχωση των δημόσιων σχολείων. Στόχος πρέπει να είναι ένα Σύστημα Διορισμού δίκαιο, λειτουργικό και βιώσιμο σε βάθος χρόνου: ένα σύστημα που θα εξασφαλίζει την ποιότητα της δημόσιας εκπαίδευσης, θα προσφέρει πραγματική προοπτική στις νέες γενιές εκπαιδευτικών και δεν θα θυματοποιεί εκείνους που επί σειρά ετών στηρίζουν με την εργασία τους το δημόσιο σχολείο».
Καταλήγοντας, η ΟΕΛΜΕΚ σημείωσε πως «τονίζουμε ότι η ΟΕΛΜΕΚ θα παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις και θα συνεχίσει μέσα από τον διάλογο να διεκδικεί με υπευθυνότητα και συνέπεια τις θέσεις που έχει καταθέσει για μία δίκαιη μετάβαση. Ξεκαθαρίζουμε, ωστόσο, ότι εάν αυτές οι βασικές προϋποθέσεις δεν διασφαλιστούν, η ΟΕΛΜΕΚ δεν θα μείνει απαθής και θα αντιδράσει δυναμικά, αξιοποιώντας όλα τα νόμιμα μέσα που έχει στη διάθεσή της για την προάσπιση των δικαιωμάτων των εκπαιδευτικών και του δημόσιου σχολείου».
Αναγνωρίζει την ανάγκη για αλλαγή η οργάνωση
Στο μεταξύ, η ΟΕΛΜΕΚ στην ανακοίνωσή της ανέφερε πως «το πρώτο και σημαντικότερο συμπέρασμα είναι ότι το ίδιο το Υπουργείο Παιδείας αναγνωρίζει πλέον, με τον πιο επίσημο τρόπο, ότι το Σύστημα Διορισμού που θεσπίστηκε το 2015, παρουσιάζει σοβαρές στρεβλώσεις και ότι η πλήρης εφαρμογή του, όπως αρχικά σχεδιάστηκε, δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στη στελέχωση των δημόσιων σχολείων».
Στην ανακοίνωση της ΟΕΛΜΕΚ προστίθεται πως «στο ίδιο το κείμενο εργασίας γίνεται, μεταξύ άλλων, αναφορά:
- στην ανεπάρκεια του αριθμού επιτυχόντων σε βασικές ειδικότητες,
- στις στρεβλώσεις που προκαλεί η υφιστάμενη διαδικασία των εξετάσεων,
- στην ανάγκη αναθεώρησης βασικών πυλώνων του ισχύοντος συστήματος,
- καθώς και στην ανάγκη διασφάλισης επαρκούς αριθμού εκπαιδευτικού προσωπικού μετά το 2027».
Στην ανακοίνωση προστίθεται πως «οι διαπιστώσεις αυτές επιβεβαιώνουν όσα η ΟΕΛΜΕΚ υποστήριζε σταθερά τα τελευταία χρόνια. Η Οργάνωση προειδοποιούσε ότι η πλήρης εφαρμογή της νομοθεσίας του 2015 θα οδηγούσε σε αδιέξοδο, τόσο ως προς τη στελέχωση των σχολείων όσο και ως προς την εργασιακή προοπτική χιλιάδων εκπαιδευτικών. Τα σημερινά δεδομένα επιβεβαιώνουν αυτή την πραγματικότητα. Ενδεικτικά, μόνο κατά τη σχολική χρονιά 2026-2027 πραγματοποιήθηκαν ήδη περισσότεροι από 300 διορισμοί Φιλολόγων, ενώ στους Πίνακες Διορισίμων ήταν διαθέσιμοι μόλις 23 επιτυχόντες. Αντίστοιχα, πραγματοποιήθηκαν σχεδόν 250 διορισμοί Μαθηματικών, ενώ οι διαθέσιμοι επιτυχόντες στους Πίνακες Διορισίμων ήταν μόλις 80».
Στην ανακοίνωση προστίθεται πως «είναι προφανές ότι χωρίς το μεταβατικό δίχτυ ασφαλείας των Καταλόγων Διοριστέων η στελέχωση των σχολείων στις συγκεκριμένες – αλλά και σε άλλες – ειδικότητες δεν θα ήταν απλώς προβληματική· σε πολλές περιπτώσεις θα ήταν αντικειμενικά αδύνατη. Δυστυχώς, οι προειδοποιήσεις αυτές δεν εισακούστηκαν έγκαιρα. Η επίσημη αναγνώριση της ανάγκης ουσιαστικής αναθεώρησης της νομοθεσίας προκύπτει μόλις έναν χρόνο πριν από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, γεγονός που καθιστά τις αποφάσεις που θα ληφθούν ιδιαίτερα κρίσιμες».
Η ΟΕΛΜΕΚ τόνισε πως «εφόσον το ίδιο το ΥΠΑΝ αναγνωρίζει ότι βασικές πρόνοιες του νομοθετικού σχεδιασμού του 2015 δεν λειτουργούν όπως είχε προβλεφθεί και εισηγείται την τροποποίησή τους, δεν μπορεί να αντιμετωπίζει την κατάργηση των Καταλόγων Διοριστέων το 2027 ως τη μοναδική πρόνοια του ίδιου σχεδιασμού που δεν επιδέχεται επανεξέταση. Η αντιμετώπιση της κατάργησης των Καταλόγων Διοριστέων ως δεδομένης και αμετακίνητης αφετηρίας, παρά το γεγονός ότι συνδέεται άμεσα με την αδυναμία επαρκούς στελέχωσης σε βασικές ειδικότητες, οδηγεί το Υπουργείο στην αναζήτηση νέων μηχανισμών εισδοχής στο Σύστημα Διορισμού, οι οποίοι διαφοροποιούν ουσιωδώς την αρχική φιλοσοφία του Νέου Συστήματος Διορισμού».
Στην ανακοίνωση σημειώνεται πως «η μετάβαση μετά το 2027 πρέπει, επομένως, να αξιολογηθεί συνολικά, στη βάση των πραγματικών δεδομένων στελέχωσης, της αξιοκρατίας και της ποιότητας του συστήματος, αλλά και της εργασιακής κατάστασης των εκπαιδευτικών που ήδη υπηρετούν. Η ΟΕΛΜΕΚ θεωρεί ότι η άμεση τροποποίηση της νομοθεσίας είναι πλέον αναγκαία. Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι απλώς να αλλάξει η νομοθεσία. Το ζητούμενο είναι να αλλάξει σωστά».
Κριτήριο αξιολόγησης της πρότασης είναι οι αποφάσεις της ΠΣΓΑ της 5ης Ιουνίου 2025
Η ΟΕΛΜΕΚ προσθέτει πως αξιολόγησε την πρόταση του Υπουργείου με γνώμονα τις αποφάσεις της Παγκύπριας Συνδιάσκεψης Γενικών Αντιπροσώπων (ΠΣΓΑ), του ανώτατου οργάνου της Οργάνωσης.
«Η ΠΣΓΑ αποφάσισε ότι:
- η διασφάλιση των εκπαιδευτικών του Καταλόγου Διοριστέων, των εκπαιδευτικών Αορίστου Χρόνου, των Συμβασιούχων και των Αντικαταστατών προϋποθέτει τη διατήρηση του δικαιώματος μονιμοποίησης και μετά το 2027,
- πρέπει να διασφαλιστούν και οι ήδη επιτυχόντες στους Πίνακες Διορισίμων, ώστε να μη θυματοποιηθούν από οποιαδήποτε αλλαγή του συστήματος,
- και, εφόσον δεν είναι εφικτή μια τέτοια διασφάλιση μέσω κλειστού καταλόγου, η ΟΕΛΜΕΚ δεν αποδέχεται την κατάργηση των Καταλόγων Διοριστέων το 2027.
Οι αποφάσεις αυτές αποτελούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο η ΟΕΛΜΕΚ οφείλει να αξιολογήσει οποιαδήποτε πρόταση για αλλαγή του Συστήματος Διορισμού».
Στην ανακοίνωση αναφέρεται πως «η πρόταση του Υπουργείου προβλέπει την κατάργηση των Καταλόγων Διοριστέων και τη δημιουργία προσωρινού κλειστού μητρώου. Ωστόσο, από το μητρώο αυτό δεν προβλέπονται μόνιμοι διορισμοί, αλλά μόνο διορισμοί εκπαιδευτικών Αορίστου Χρόνου, Συμβασιούχων ή Αντικαταστατών. Δεν προβλέπεται, συνεπώς, διατήρηση του δικαιώματος μονιμοποίησης για τους εκπαιδευτικούς που θα ενταχθούν σε αυτό. Το προτεινόμενο μητρώο λειτουργεί ουσιαστικά ως προσωρινός μηχανισμός κάλυψης αναγκών στελέχωσης. Δεν συνιστά εργασιακή διασφάλιση και δεν ανταποκρίνεται στην απόφαση της ΠΣΓΑ για κατοχυρωμένη προοπτική μονιμοποίησης».
Η ΟΕΛΜΕΚ σημείωσε, δε, ότι «η πρόταση προβλέπει ότι οι ήδη επιτυχόντες στους Πίνακες Διορισίμων θα ενταχθούν σε νέους ενιαίους πίνακες μαζί με υποψηφίους που θα αξιολογηθούν με διαφορετικό σύστημα. Η ΟΕΛΜΕΚ θεωρεί ότι μια τέτοια ρύθμιση εγείρει σοβαρά ζητήματα ισότητας και δικαιοσύνης. Διαφορετικοί κανόνες και διαδικασίες αξιολόγησης δεν μπορούν να οδηγούν σε ενιαίους πίνακες κατάταξης χωρίς σαφείς, αντικειμενικές και ουσιαστικές διασφαλίσεις για όσους έχουν ήδη επιτύχει με βάση το υφιστάμενο σύστημα. Η επίλυση, επίσης, των προβλημάτων στελέχωσης δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την υποβάθμιση ή τη χαλάρωση των κριτηρίων επιλογής. Αντίθετα, απαιτείται βελτίωση της διαδικασίας επιλογής, διατήρηση υψηλών ποιοτικών κριτηρίων και ουσιαστική αναγνώριση της πραγματικής εκπαιδευτικής υπηρεσίας».
Η οργάνωση των καθηγητών πρόσθεσε, επίσης, ότι «για τους εκπαιδευτικούς Αορίστου Χρόνου, τους Συμβασιούχους και τους Αντικαταστάτες, η αποδεδειγμένη υπηρεσία στη δημόσια εκπαίδευση δεν μπορεί να εξαντλείται σε απλή μοριοδότηση. Η πραγματική άσκηση εκπαιδευτικού έργου, η οποία έχει αξιοποιηθεί από την ίδια την Πολιτεία για την κάλυψη πραγματικών και διαρκών αναγκών των δημόσιων σχολείων, αποτελεί ουσιαστικό τεκμήριο επαγγελματικής επάρκειας. Πρέπει, επομένως, να λαμβάνεται ουσιαστικά υπόψη μέσα από ειδικές μεταβατικές ρυθμίσεις που θα παρέχουν κατοχυρωμένη εργασιακή προοπτική και δυνατότητα μονιμοποίησης. Δεν είναι εύλογο εκπαιδευτικοί, τους οποίους η ίδια η Πολιτεία εμπιστεύεται για τη διδασκαλία στα δημόσια σχολεία, να αντιμετωπίζονται κατά τη μετάβαση σε ένα νέο σύστημα ως νέοι υποψήφιοι που καλούνται να αποδείξουν εκ νέου, από μηδενική βάση, την επαγγελματική τους επάρκεια μέσω μιας εξέτασης. Κατά συνέπεια, η έννοια της «διασφάλισης» που υιοθετεί η πρόταση του Υπουργείου διαφοροποιείται ουσιαστικά από εκείνη που έχει αποφασίσει η ΠΣΓΑ της ΟΕΛΜΕΚ».
Επιπρόσθετα, αναφέρει η ΟΕΛΜΕΚ «η πρόβλεψη για νέα γραπτή εξέταση ανά τριετία, με περιορισμένη χρονική ισχύ της αποκτηθείσας βαθμολογίας και επανένταξη των εκπαιδευτικών στη διαδικασία εξέτασης και κατάταξης, εισάγει ένα καθεστώς διαρκούς εξεταστικής και εργασιακής αβεβαιότητας. Στο υφιστάμενο σύστημα, η βαθμολογία που λαμβάνεται από τη γραπτή εξέταση μπορεί να αξιοποιείται για περίοδο δέκα ετών, παρέχοντας στον υποψήφιο ένα σαφές και προβλέψιμο χρονικό πλαίσιο. Η προτεινόμενη ρύθμιση περιορίζει ουσιαστικά αυτόν τον χρονικό ορίζοντα και επαναφέρει ανά τακτά χρονικά διαστήματα τον εκπαιδευτικό σε διαδικασία εξέτασης και επανακατάταξης».
Καταλήγοντας, η οργάνωση σημείωσε πως «ένα σύγχρονο σύστημα διορισμού οφείλει να αξιολογεί και να κατατάσσει τους υποψηφίους με αξιοκρατικά και διαφανή κριτήρια. Δεν μπορεί, όμως, να τους διατηρεί σε ένα μόνιμο καθεστώς επανεξέτασης, επανακατάταξης και εργασιακής αβεβαιότητας».




