Κάποιοι σπουδαίοι ποδοσφαιριστές αποχωρούν σηκώνοντας ένα τρόπαιο. Άλλοι, μέσα σε ένα κατάμεστο γήπεδο, απολαμβάνοντας το τελευταίο χειροκρότημα. Ο Λούκα Μόντριτς ίσως είπε το δικό του αντίο σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο βλέποντας το όνειρο της Κροατίας να σβήνει εξαιτίας μιας φάσης που θα συζητιέται για χρόνια. Όχι για ένα χαμένο πέναλτι, ούτε για ένα λάθος του ίδιου. Αλλά για μια ανεπαίσθητη επαφή της μπάλας με τα μαλλιά ενός συμπαίκτη του, που εντόπισε ένας αισθητήρας και επιβεβαίωσε το VAR. Δηλαδή αν ήταν καραφλός, η Κροατία θα διεκδικούσε στην παράταση το εισιτήριο! Κάποιες φορές το ποδόσφαιρο είναι σκληρό. Αυτή τη φορά έμοιαζε σχεδόν… απάνθρωπο.
Η Κροατία είχε επιστρέψει από το πουθενά. Είχε βρει τη δύναμη να κοιτάξει στα μάτια την Πορτογαλία, να αντιδράσει, να παλέψει και, στις καθυστερήσεις, να πανηγυρίσει αυτό που πίστευε ότι ήταν το γκολ της παράτασης. Για λίγα δευτερόλεπτα, όλα έδειχναν ότι η ιστορία θα αποκτούσε ακόμη ένα κεφάλαιο.
Ύστερα ήρθε η τεχνολογία και το τέλος που δεν θα ήθελε ο Λούκα Μόντριτς. Το γκολ ακυρώθηκε, οι πανηγυρισμοί μετατράπηκαν σε παγωμένα βλέμματα και ο πίνακας του σκορ δεν άλλαξε ποτέ. Το ερώτημα δεν είναι αν εφαρμόστηκε σωστά ο κανονισμός. Αν η μπάλα ακούμπησε πράγματι τον Ματάνοβιτς, η απόφαση ήταν σύμφωνη με τους κανόνες.
Το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό: μπορεί το ποδόσφαιρο να συνεχίσει να συγκινεί όταν η κορυφαία του στιγμή, το γκολ, ακυρώνεται για μια επαφή που δεν αντιλήφθηκε κανείς μέσα στο γήπεδο; Όταν η τεχνολογία εντοπίζει λεπτομέρειες... αόρατες στο ανθρώπινο μάτι, υπηρετεί το άθλημα ή απομακρύνει την ουσία του;
Η συγκεκριμένη φάση άνοιξε ξανά τη μεγάλη συζήτηση για τα όρια της τεχνολογίας στο ποδόσφαιρο. Γιατί άλλο η διόρθωση ενός ξεκάθαρου λάθους και άλλο η ακύρωση μιας ιστορικής στιγμής από ένα μικροτσίπ μέσα στην μπάλα. Και μέσα σε όλα αυτά, ο Μόντριτς παρέμεινε ο Μόντριτς.
Δεν διαμαρτυρήθηκε έντονα. Δεν έψαξε δικαιολογίες. Με ένα πικρό χαμόγελο αποδέχθηκε την απόφαση, αγκάλιασε τους νεότερους συμπαίκτες του και στάθηκε δίπλα τους τη στιγμή που εκείνοι λύγιζαν. Ίσως αυτή να ήταν η πιο χαρακτηριστική εικόνα της καριέρας του.
Για σχεδόν δύο δεκαετίες υπήρξε η ψυχή της Κροατίας. Οδήγησε μια χώρα 4 εκατομμυρίων κατοίκων σε δύο μετάλλια Παγκοσμίου Κυπέλλου, κατέκτησε τη Χρυσή Μπάλα απέναντι στην απόλυτη κυριαρχία των Μέσι και Ρονάλντο και απέδειξε ότι η ποδοσφαιρική ιδιοφυΐα μετριέται σε προσωπικότητα, αντίληψη και χαρακτήρα.
Αν αυτό ήταν πράγματι το τελευταίο του παιχνίδι σε Μουντιάλ, τότε ο επίλογος δεν ταίριαζε στην ιστορία του. Όχι γιατί η Κροατία «άξιζε» απαραίτητα να προκριθεί. Στο ποδόσφαιρο κανείς δεν δικαιούται την πρόκριση μόνο λόγω του παρελθόντος του ή του ονόματός του. Αλλά γιατί ένας από τους μεγαλύτερους μέσους της σύγχρονης εποχής αποχαιρέτησε την κορυφαία ποδοσφαιρική σκηνή με έναν τρόπο που άφησε τη συζήτηση να περιστρέφεται γύρω από ένα μικροτσίπ και όχι γύρω από το μεγαλείο της καριέρας του. Και ίσως αυτό να είναι το πιο άδικο απ' όλα.
Γιατί όταν θα περάσουν τα χρόνια, ο κόσμος δεν θα θυμάται την επαφή της μπάλας με τα μαλλιά του Ματάνοβιτς. Θα θυμάται τον Λούκα Μόντριτς. Τον αρχηγό που δεν εγκατέλειψε ποτέ, τον ποδοσφαιριστή που έκανε μια μικρή χώρα να πιστέψει ότι μπορεί να κοιτάξει στα μάτια τους κορυφαίους και έναν άνθρωπο που, ακόμη και στην πιο δύσκολη στιγμή, έβαλε την ομάδα πάνω από τον εαυτό του. Ο Λούκα Μόντριτς, ακόμη και στο πιο πικρό του αντίο, παρέμεινε ένας πραγματικός θρύλος.
Πηγή: gazzetta.gr


